Breaking
7 Σεπ 2026, Δε

Ουκρανία: «Μαύρη τρύπα» 1,2 δισ. δολαρίων στις αμυντικές προμήθειες

Περίπου 1,2 δισ. δολάρια φέρεται να χάθηκαν μόνο το 2024 από το σύστημα αμυντικών προμηθειών της Ουκρανίας εξαιτίας απάτης, σπατάλης και κακοδιαχείρισης, σύμφωνα με έρευνα των New York Times που βασίζεται σε εμπιστευτικές εκθέσεις κρατικών και εσωτερικών ελέγχων.

Τα ευρήματα δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο το Κίεβο διαχειρίζεται τις τεράστιες δαπάνες για όπλα και πυρομαχικά, την ώρα που η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο και η ανάγκη για γρήγορες και αξιόπιστες προμήθειες είναι κρίσιμη.

Ιδιαίτερα προβληματικό εμφανίζεται το γεγονός ότι εταιρείες με καταγγελίες για υπερκοστολογήσεις, αποτυχία εκτέλεσης προηγούμενων συμβάσεων ή ακόμη και υπό έρευνα για υποθέσεις διαφθοράς συνέχισαν να λαμβάνουν νέες παραγγελίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι New York Times, επτά από τους δέκα μεγαλύτερους προμηθευτές όπλων της χώρας εξακολούθησαν να εξασφαλίζουν κρατικές συμβάσεις παρά τα προβλήματα που είχαν καταγραφεί εις βάρος τους.

Τα ελαττωματικά βλήματα του Pavlohrad

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του χημικού εργοστασίου Pavlohrad, το οποίο προμήθευσε τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις με χιλιάδες προβληματικά βλήματα όλμων.

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων το 2024, ορισμένα από τα πυρομαχικά δεν λειτουργούσαν όπως προβλεπόταν, ενώ άλλα δεν εξερράγησαν μετά την πρόσκρουσή τους. Η υπόθεση οδήγησε σε έρευνα σε βάρος του διευθυντή του εργοστασίου, Λεονίντ Σίμαν.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα των ελεγκτών, η αποκάλυψη των προβλημάτων δεν στάθηκε αρκετή για να αποκλειστεί η εταιρεία από τις επόμενες προμήθειες. Αντίθετα, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών συνέχισε να συνάπτει συμφωνίες μαζί της.

Μία από αυτές τις συμβάσεις έφτασε σε αξία περίπου 280 εκατ. δολαρίων, ενώ ο Σίμαν βρισκόταν ήδη αντιμέτωπος με έρευνα των ουκρανικών αρχών κατά της διαφθοράς.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το εργοστάσιο είχε αρχικά δηλώσει πως δεν διέθετε την απαιτούμενη παραγωγική δυνατότητα για να ανταποκριθεί στη σύμβαση. Αργότερα τροποποίησε τα στοιχεία που αφορούσαν την παραγωγική του ικανότητα, χωρίς, σύμφωνα με τους ελεγκτές, να δοθεί επαρκής εξήγηση.

Παρά τα προβλήματα, ακολούθησαν και άλλες παραγγελίες, μεταξύ των οποίων και μία που αφορούσε μεγάλο μέρος των βλημάτων πυροβολικού των 122 χιλιοστών που χρειάζονταν οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις το 2025.

18 εταιρείες πήραν νέες δουλειές παρά τις εκκρεμότητες

Οι έλεγχοι που αφορούν τα έτη 2024 και 2025 περιγράφουν ένα ευρύτερο πρόβλημα.

Συνολικά, 18 εταιρείες φέρεται να έλαβαν νέες συμβάσεις ενώ δεν είχαν εκπληρώσει προηγούμενες υποχρεώσεις τους. Από αυτές, έξι δεν είχαν ολοκληρώσει ούτε μία από τις συμβάσεις που είχαν αναλάβει.

Παράλληλα, οι ελεγκτές υπολόγισαν ότι περίπου 126 εκατ. δολάρια χάθηκαν επειδή δεν αξιοποιήθηκαν φθηνότερες προσφορές και έγιναν αγορές σε υψηλότερες τιμές.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται στις υπερκοστολογήσεις. Σε άλλη υπόθεση, ποσό τουλάχιστον 100 εκατ. δολαρίων που είχε καταβληθεί προκαταβολικά συνδέεται με σύμβαση η οποία τελικά κατέρρευσε και αποτέλεσε αντικείμενο δικαστικών διαφορών.

Ίδια τουρκικά πυρομαχικά, διαφορετικές τιμές

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα που εξετάζουν οι New York Times αφορά διαγωνισμό του 2024 για την προμήθεια πυραυλικών πυρομαχικών.

Τρεις εταιρείες προσέφεραν ουσιαστικά το ίδιο προϊόν, το οποίο κατασκευαζόταν στο ίδιο τουρκικό εργοστάσιο. Οι τιμές, ωστόσο, παρουσίαζαν σημαντικές αποκλίσεις:

  • περίπου 4.200 δολάρια ανά πύραυλο η χαμηλότερη προσφορά,
  • περίπου 4.600 δολάρια η δεύτερη,
  • περίπου 5.100 δολάρια η υψηλότερη.

Η τουρκική Arca Defense, ως κατασκευάστρια εταιρεία, μπορούσε να προμηθεύσει απευθείας την Ουκρανία στη χαμηλότερη τιμή.

Παρόλα αυτά, η σύμβαση κατακυρώθηκε στη θυγατρική του τσεχικού ομίλου Czechoslovak Group, η οποία λειτουργούσε ως ενδιάμεσος.

Οι ελεγκτές δεν εντόπισαν επαρκή αιτιολόγηση για την απόφαση, ενώ η ανάλυση των προσφορών από τους New York Times υπολογίζει ότι η επιλογή του μεσάζοντα αύξησε το κόστος για την Ουκρανία κατά περίπου 130 εκατ. δολάρια. Το δημοσίευμα δεν αποδίδει παράνομη συμπεριφορά στην Czechoslovak Group.

Η αποτυχημένη συμφωνία με τη Spetstechnoexport

Στο μικροσκόπιο των ελεγκτών μπήκε και η κρατική ουκρανική εταιρεία εμπορίας όπλων Spetstechnoexport.

Το 2024 επιχείρησε να προχωρήσει σε αγορά πυραύλων σοβιετικού σχεδιασμού από σερβικό κατασκευαστή. Η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη λόγω της στάσης του Βελιγραδίου απέναντι στη Ρωσία και περιλάμβανε τη χρήση ενδιάμεσων εταιρειών.

Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι η ουκρανική εταιρεία είχε ήδη ιστορικό προβληματικών συμβάσεων, ενώ στελέχη της είχαν βρεθεί στο παρελθόν υπό έρευνα για οικονομικές υποθέσεις.

Επιπλέον, δεν υπήρχε η απαιτούμενη σερβική άδεια εξαγωγής για τους πυραύλους. Αντί αυτής, σύμφωνα με τα ευρήματα, χρησιμοποιήθηκε έγγραφο που προερχόταν από τις ουκρανικές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Η συμφωνία τελικά κατέρρευσε, προκαλώντας αλληλοκατηγορίες και δικαστικές διαμάχες μεταξύ των εμπλεκομένων εταιρειών. Η αμερικανική Regulus Global, που είχε αναλάβει ρόλο υπεργολάβου, αρνείται οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια και υποστηρίζει ότι βρέθηκε στη μέση μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης του ουκρανικού συστήματος προμηθειών.

Οι μεταρρυθμίσεις δεν εξάλειψαν τις παθογένειες

Η εικόνα που προκύπτει από τους ελέγχους είναι ιδιαίτερα δυσάρεστη για το Κίεβο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σύστημα δεν έχει επιχειρήσει να αλλάξει.

Η Ουκρανία έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε μεταρρύθμιση των αμυντικών προμηθειών, με τη δημιουργία επαγγελματικών οργανισμών αγορών, εποπτικών συμβουλίων και ψηφιακών εργαλείων, ενώ έχει επιδιώξει να περιορίσει τον ρόλο των μεσαζόντων. Το ουκρανικό υπουργείο Άμυνας έχει υποστηρίξει ότι οι νέες δομές έχουν βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και τη διαφάνεια των προμηθειών.

Τα στοιχεία των ελέγχων, ωστόσο, δείχνουν ότι η μετάβαση απέχει από το να έχει ολοκληρωθεί.

Το βασικό πρόβλημα που αναδεικνύεται είναι ότι, ακόμη και μέσα στον πόλεμο, όπου κάθε καθυστέρηση ή κάθε χαμένο δολάριο μπορεί να έχει άμεσο αντίκτυπο στην επιχειρησιακή ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων, εταιρείες με προβληματικό ιστορικό εξακολούθησαν να έχουν πρόσβαση σε κρατικά συμβόλαια μεγάλης αξίας.

Και αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό συμπέρασμα της έρευνας: οι απώλειες δεν αφορούν μόνο τα χρήματα που χάθηκαν, αλλά και την αξιοπιστία ενός συστήματος από το οποίο εξαρτάται καθημερινά η πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας.

Αφήστε μια απάντηση