Στρατηγικοί κακοπληρωτές που εμφανίζονται φτωχοί ενώπιον των δικαστηρίων για να αποσπάσουν ευνοϊκές αποφάσεις «καίγονται» από τους servicers με νέες ερευνητικές μεθόδους, που φθάνουν ακόμη και στο… «ξεσκόνισμα» αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η εποχή όπου η ιχνηλάτηση περιουσίας και ο έλεγχος φερεγγυότητας περιορίζονταν στα υποθηκοφυλακεία, τα κτηματολόγια και τις φορολογικές δηλώσεις Ε1 έχει παρέλθει. Στη μάχη για τη διαχείριση και εκκαθάριση των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (NPLs), οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων (servicers) επιστρατεύουν πλέον ανοιχτά τον ψηφιακό βίο των δανειοληπτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Καταλύτης σε αυτή τη νέα νομική και επιχειρησιακή στρατηγική είναι πρόσφατη απόφαση (7781/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία νομιμοποιεί τη χρήση δημοσίων αναρτήσεων ως αποδεικτικό υλικό.
Δήλωνε άνεργη και φτωχή, αλλά…
Η δικαστική απόφαση αφορούσε δανειολήπτρια που ζητούσε την προστασία της κύριας κατοικίας της βάσει του Ν. 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη), δηλώνοντας ανεργία από το 2012 και καταγράφοντας μηδενικά ή εξαιρετικά πενιχρά εισοδήματα.
Η πιστώτρια εταιρεία, ωστόσο, προσκόμισε στο ακροατήριο εκτυπώσεις από το δημόσιο προφίλ της στο Facebook. Μέσα από αυτές τις αναρτήσεις αποδείχθηκε ότι η οφειλέτρια δεν ήταν άνεργη: προωθούσε ενεργά τις πωλήσεις μιας κερδοφόρας οικογενειακής επιχείρησης κοσμημάτων, η οποία τυπικά εμφανιζόταν στο όνομα της αδερφής της.
Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της πλευράς της δανειολήπτριας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, θέτοντας συγκεκριμένη νομολογιακή βάση:
- Δεδομένα και αναρτήσεις που καταχωρούνται στο διαδίκτυο χωρίς αυστηρές ρυθμίσεις ιδιωτικότητας (privacy settings) είναι ελεύθερα προσβάσιμα και δεν εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του GDPR και του νόμου περί προσωπικών δεδομένων.
- Η απόκρυψη πραγματικών εισοδημάτων και επαγγελματικής δραστηριότητας συνιστά «ανειλικρινή δήλωση», η οποία στερεί από τον οφειλέτη οποιαδήποτε ευνοϊκή μεταχείριση και οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης ρύθμισης.
- Επικαλούμενο παλαιότερη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (1/2017), το Πρωτοδικείο τόνισε ότι, ακόμη και σε περιπτώσεις ιδιωτικών αναρτήσεων, το συνταγματικό δικαίωμα της δικαστικής προστασίας του πιστωτή απέναντι σε δόλιες συμπεριφορές υπερισχύει κατά τη στάθμιση των δικαιωμάτων.
OSINT: Το ψηφιακό «σκανάρισμα» της οικονομικής ζωής
Για τα χαρτοφυλάκια δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ που διαχειρίζονται οι servicers, η ταχύτητα ρευστοποίησης και ο ρυθμός ανακτήσεων αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους. Πλέον, τα νομικά τμήματα ενσωματώνουν συστηματικά πρακτικές Open Source Intelligence (OSINT). Η έρευνα ανοιχτών πηγών επιτρέπει τη χαρτογράφηση της πραγματικής οικονομικής ζωής του οφειλέτη σε πραγματικό χρόνο.
Μέσα από τη συλλογή ψηφιακών ιχνών επιτυγχάνεται:
· Ο εντοπισμός αδήλωτων ή «σκιωδών» επαγγελματικών δραστηριοτήτων μέσω παρένθετων προσώπων.
· Η τεκμηρίωση ενός επιπέδου διαβίωσης (πολυτελή ταξίδια, γεύματα, σκάφη αναψυχής) που έρχεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τις φορολογικές δηλώσεις.
· Η καταγραφή δημόσιων σχέσεων και συνεργασιών που μαρτυρούν κρυμμένα εισοδήματα.
Επίδραση και στους εξωδικαστικούς συμβιβασμούς
Ο άμεσος αντίκτυπος αυτής της νομολογίας επεκτείνεται πολύ πέρα από τις δικαστικές αίθουσες, αλλάζοντας την ισορροπία δυνάμεων και στους εξωδικαστικούς συμβιβασμούς. Οι servicers αποκτούν ένα αδιαμφισβήτητο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα: Η παρουσίαση των ψηφιακών τεκμηρίων καταρρίπτει εξ αρχής το αφήγημα της ένδειας, αναγκάζοντας τους στρατηγικούς κακοπληρωτές να συναινέσουν ταχύτερα σε βιώσιμες ρυθμίσεις αποπληρωμής, προκειμένου να αποφύγουν τις κατασχέσεις και τους πλειστηριασμούς.
Ταυτόχρονα, τα εργαλεία ψηφιακής ανάλυσης διευκολύνουν τον κρίσιμο διαχωρισμό των περιπτώσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι εταιρείες διαχείρισης μπορούν πλέον με χαμηλό κόστος να διαχωρίσουν τους αποδεδειγμένα ασυνεπείς που διαθέτουν κρυμμένο πλούτο, επικεντρώνοντας εκεί τις σκληρές νομικές ενέργειες.

