Ανοδική πορεία κατέγραψε η Αττικά Πολυκαταστήματα ΑΕ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, με τις πωλήσεις και την κερδοφορία να ενισχύονται, παρά το σύνθετο και απαιτητικό επιχειρηματικό περιβάλλον.
Ο κύκλος εργασιών ανήλθε σε 113,6 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 7% σε σχέση με τα 106,3 εκατ. ευρώ του αντίστοιχου διαστήματος του 2025. Το μικτό κέρδος διαμορφώθηκε στα 43,2 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας επίσης άνοδο 7%, με το μικτό περιθώριο να ανέρχεται σε 38%.
Σε επίπεδο κερδοφορίας, τα συγκρίσιμα EBITDA αυξήθηκαν κατά 3% στα 12,4 εκατ. ευρώ, ενώ τα συγκρίσιμα EBIT ανήλθαν σε 10,4 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 2%. Τα συγκρίσιμα κέρδη προ φόρων έφτασαν τα 9,1 εκατ. ευρώ (+4,5%), ενώ τα συγκρίσιμα κέρδη μετά φόρων διαμορφώθηκαν σε 7,1 εκατ. ευρώ, έναντι 6,8 εκατ. ευρώ το α’ εξάμηνο του 2025.
Ιδιαίτερα θετική ήταν η εικόνα του δικτύου φυσικών καταστημάτων. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 6,3%, ενώ οι συναλλαγές ενισχύθηκαν κατά 3,6% και η μέση αξία συναλλαγής κατά 2,5%. Παράλληλα, το conversion rate αυξήθηκε στο 37%, από 35,5% ένα χρόνο νωρίτερα. Κατά την ίδια περίοδο προστέθηκαν στο δίκτυο περισσότερα από 60 νέα brands.
Σημαντική ήταν και η συμβολή των διεθνών επισκεπτών, με τις πωλήσεις Tax Free να αυξάνονται περίπου 2% και να αντιστοιχούν πλέον στο 10,5% των συνολικών πωλήσεων.
Ισχυρή ανάπτυξη για το ηλεκτρονικό κανάλι
Ξεχωρίζει η επίδοση του ηλεκτρονικού καταστήματος, καθώς οι ηλεκτρονικές πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 23%, ενώ η επισκεψιμότητα του e-shop ενισχύθηκε κατά 22%. Η προϊοντική γκάμα ξεπερνά πλέον τους 60.000 κωδικούς, διευρύνοντας τις διαθέσιμες επιλογές για τους καταναλωτές.
Η εταιρεία συνεχίζει παράλληλα το επενδυτικό της πρόγραμμα με έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό και την αναβάθμιση των λειτουργιών της. Μεταξύ άλλων, προχωρά στην εγκατάσταση νέου ταμειακού συστήματος, στην ενίσχυση των εφαρμογών CRM και Loyalty, καθώς και στη μετάβαση σε μοντέλο 3PL για τη διαχείριση των logistics.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Αττικά Πολυκαταστήματα, Δημοσθένης Μπούμης, χαρακτήρισε τα αποτελέσματα του εξαμήνου επιβεβαίωση της δυναμικής της εταιρείας και της ανθεκτικότητας του επιχειρηματικού της μοντέλου, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη συνέχιση του επενδυτικού πλάνου και την προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των καταναλωτών.

