Η κέτο διατροφή δείχνει να έχει σημαντικά οφέλη για την υγεία του ήπατος, σύμφωνα με νέα μελέτη. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism, εξέτασε 42 ενήλικες με παχυσαρκία, προδιαβήτη και αυξημένη ποσότητα λίπους στο ήπαρ.
Στο πλαίσιο μιας τυχαιοποιημένης κλινικής δοκιμής, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και ακολούθησαν διαφορετικά διατροφικά προγράμματα για την απώλεια βάρους: μια κετογονική διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες, μια μεσογειακή διατροφή και μια διατροφή χαμηλή σε λιπαρά και βασισμένη κυρίως σε φυτικές τροφές.
Σύμφωνα με τη μελέτη, στην κετογονική διατροφή περίπου το 4% των θερμίδων προερχόταν από υδατάνθρακες και το 73% από λιπαρά. Στη μεσογειακή διατροφή, περίπου το 50% των θερμίδων προερχόταν από υδατάνθρακες και το 35% από λιπαρά, ενώ στη διατροφή χαμηλών λιπαρών τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν περίπου 70% και 15%.
Και στις τρεις ομάδες παρατηρήθηκε βελτίωση της ευαισθησίας των μυών στην ινσουλίνη κατά περίπου 50%, γεγονός που βοηθά τους μυς να απορροφούν αποτελεσματικότερα τη γλυκόζη από το αίμα.
Ωστόσο, οι διαφορές ήταν πιο έντονες σε ό,τι αφορά το ήπαρ.
Το ηπατικό λίπος μειώθηκε κατά περίπου 67% στους συμμετέχοντες που ακολούθησαν την κετογονική διατροφή, έναντι περίπου 45% στις δύο άλλες ομάδες. Παράλληλα, η ευαισθησία του ήπατος στην ινσουλίνη βελτιώθηκε δύο έως τρεις φορές περισσότερο στην ομάδα της κετογονικής διατροφής σε σύγκριση με τις άλλες ομάδες.
Η μείωση του ηπατικού λίπους συνδέθηκε με περιορισμό της παραγωγής νέου λίπους από το ίδιο το ήπαρ.
Οι δείκτες που αφορούν τη γλυκόζη και την ινσουλίνη παρουσίασαν επίσης, σε γενικές γραμμές, μεγαλύτερη βελτίωση στην ομάδα της κετογονικής διατροφής. Περίπου το 50% των συμμετεχόντων σε αυτή την ομάδα δεν πληρούσε πλέον τα κριτήρια για προδιαβήτη στο τέλος της δοκιμής, έναντι 29% στην ομάδα της μεσογειακής διατροφής και μόλις 7% στην ομάδα της διατροφής χαμηλών λιπαρών.
Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι η μικρή διάρκεια της μελέτης και το περιορισμένο μέγεθος του δείγματος, περίπου 14 άτομα σε κάθε ομάδα, περιορίζουν το κατά πόσο τα ευρήματα μπορούν να γενικευθούν στον γενικό πληθυσμό.
Η κετογονική δίαιτα
Στην κετογονική δίαιτα μειώνουμε πολύ τους υδατάνθρακες και αυξάνουμε κυρίως τα λιπαρά, ενώ η πρωτεΐνη παραμένει σε μέτρια ποσότητα. Στόχος είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο το σώμα παίρνει ενέργεια.
Κανονικά, ο οργανισμός χρησιμοποιεί κυρίως τη γλυκόζη, δηλαδή το σάκχαρο που προέρχεται από τους υδατάνθρακες, ως καύσιμο. Όταν όμως οι υδατάνθρακες περιοριστούν σημαντικά, τα αποθέματα γλυκογόνου μειώνονται και το σώμα αρχίζει να χρησιμοποιεί περισσότερο λίπος για ενέργεια. Το ήπαρ μετατρέπει μέρος των λιπαρών οξέων σε ουσίες που ονομάζονται κετόνες, τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει και ο εγκέφαλος. Αυτή η μεταβολική κατάσταση ονομάζεται “κέτωση”.
Στην πράξη, η διατροφή βασίζεται περισσότερο σε τρόφιμα όπως κρέας, ψάρια, αυγά, τυρί, ελαιόλαδο, αβοκάντο, ξηρούς καρπούς και λαχανικά με λίγους υδατάνθρακες. Αντίθετα, περιορίζονται έντονα τρόφιμα όπως ψωμί, ζυμαρικά, ρύζι, πατάτες, γλυκά, ζάχαρη και γενικά πολλά δημητριακά και αμυλούχα τρόφιμα. Τα φρούτα επίσης περιορίζονται περισσότερο από ό,τι σε μια συνηθισμένη ισορροπημένη διατροφή.

