Με το σύνθημα ότι η σταδιακή μείωση του χρέους επιστρέφει ως άμεσο όφελος στους πολίτες, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών απαντά στην κριτική της αντιπολίτευσης. Όπως υπογραμμίζεται, οι πρόωρες εξοφλήσεις παλαιών δανείων εξασφαλίζουν συνολικό όφελος που φτάνει τουλάχιστον τα 2,6 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος επταετίας.
Η κριτική που ασκείται κρίνεται από το υπουργείο ως αποκαλυπτική, καθώς προέρχεται από δυνάμεις που κυβέρνησαν, συνέβαλαν στην εκτόξευση των υποχρεώσεων, οδήγησαν στα μνημόνια και επιβάρυναν τις επόμενες γενιές. Εκείνοι που άφησαν έναν υπέρογκο λογαριασμό, εγκαλούν σήμερα την κυβέρνηση επειδή τον περιορίζει. Το πολιτικό σύστημα μετέφερε στο παρελθόν το κόστος στο μέλλον, ενώ σήμερα ακολουθείται η αντίθετη διαδρομή.
Δεν θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε: δεν θα περάσουμε τον λογαριασμό στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές.
Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, οι πρόωρες αποπληρωμές για το 2026 αναμένεται να αγγίξουν τα 12,84 δισεκατομμύρια ευρώ.
Το ποσό αυτό αναλύεται στην αποπληρωμή των διμερών δανείων GLF (Ιούνιος 2026) ύψους 6,94 δισ. ευρώ, τη μείωση των εντόκων γραμματίων κατά 1,2 δισ. ευρώ, την επικείμενη εξόφληση δανείων EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ, καθώς και την προεξόφληση ομολογιακού δανείου ύψους 2,2 δισ. ευρώ με λήξη τον Δεκέμβριο του 2027.
Δημοσιονομικό πλαίσιο και ταμειακές συναλλαγές
Η εξόφληση αυτή συνιστά ταμειακή και όχι δημοσιονομική συναλλαγή, με αποτέλεσμα να απομειώνει μελλοντικές υποχρεώσεις. Βάσει των κανόνων της Eurostat, οι χρηματοοικονομικές αυτές κινήσεις δεν προσμετρώνται στο πρωτογενές πλεόνασμα, στο συνολικό έλλειμμα ή στους στόχους δαπανών. Αντίθετα, οι δημόσιες δαπάνες επιβαρύνουν τα δημοσιονομικά μεγέθη. Επομένως, η αιτίαση ότι τα κονδύλια αυτά θα μπορούσαν να διατεθούν σε άλλες δαπάνες στερείται βάσης.
Η μέση σταθμική διάρκεια του προεξοφλούμενου χρέους είναι 7,1 έτη και το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησης διαμορφώνεται στο 2,9%.
Έτσι, το ετήσιο όφελος από τη μείωση των δαπανών για τόκους φτάνει τα 370 εκατομμύρια ευρώ, ενώ παράλληλα αξιοποιούνται τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα, των οποίων οι αποδόσεις είναι χαμηλότερες από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Το συνολικό όφελος στην επταετία διαμορφώνεται στα 2,6 δισ. ευρώ.
Βελτίωση αξιοχρέου και μείωση του κόστους δανεισμού
Παράλληλα, περιορίζεται ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης, διατηρείται υψηλή η διάρκεια του χρέους και μειώνεται το συνολικό ποσό τόσο ως απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Στόχος είναι η χώρα, από το τέλος του 2026 να παύσει να είναι η πλέον υπερχρεωμένη στην Ευρώπη, στα τέλη της δεκαετίας να βρεθεί στην τέταρτη θέση και στα μέσα της δεκαετίας του 2030 το χρέος να υποχωρήσει κάτω από το 100% του ΑΕΠ.
Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης επιβεβαιώνουν ότι η διαχείριση αυτή βελτιώνει το αξιόχρεο της οικονομίας, προσφέροντας βάση για νέες αναβαθμίσεις.
Το κόστος δανεισμού διαμορφώνεται πλέον χαμηλότερα από εκείνο της Ιταλίας κατά 13 μονάδες βάσης (0,13%) και της Γαλλίας κατά 17 μονάδες βάσης (0,17%). Αυτή η εξέλιξη επιτρέπει στο δημόσιο και τις ελληνικές επιχειρήσεις να αντλούν κεφάλαια με ευνοϊκότερους όρους.

