Mια σειρά από διαρθρωτικές προκλήσεις στην πορεία τους προς την οικονομική ανεξαρτησία, αντιμετωπίζουν οι νέοι εργαζόμενοι στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλους συνομήλικούς τους σε Ευρώπη και τον υπόλοιπο. Τα ποσοστά απασχόλησης και ανεργίας των νέων στην Ελλάδα παραμένουν συγκριτικά δυσμενή, ενώ οι αμοιβές τους υπολείπονται των επιπέδων της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.
Τα στοιχεία που παραθέτει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης είναι αποκαλυπτικά. Η Ελλάδα παραμένει πολύ χαμηλά σ’ ό,τι αφορά στην απασχόληση των νέων και εντός του ΟΟΣΑ είναι από τους ουραγούς-δεύτερη από το τέλος μετά την Ιταλία. Το ποσοστό απασχόλησης για την ηλιακή ομάδα 15-29 διαμορφώθηκε στο 36% το 2025 αλλά απέχει ακόμα κατά πολύ από το 55% των χωρών του ΟΟΣΑ.
Το ποσοστό ανεργίας των νέων στην Ελλάδα παρέμεινε το τρίτο υψηλότερο μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ (μετά την Ισπανία και τη Σουηδία), στο 16,5% το 2025, ενώ ο μέσος όρος του Οργανισμού είναι στο 8,9%. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι τα ποσοστά ανεργίας είναι υψηλά για όλες τις υποηλικιακές ομάδες των νέων και για το σύνολο του εργαζόμενου πληθυσμού.

Σε χαμηλά επίπεδα και οι αμοιβές
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα των αμοιβών. Οι εργαζόμενοι κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα κερδίζουν κατά μέσο όρο 40% λιγότερα από τους αντίστοιχους εργαζόμενους στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ το 43% των νέων εργαζομένων θεωρούνται χαμηλόμισθοι, έναντι 21% κατά μέσο όρο στις χώρες αναφοράς.
Τι προτείνει ο ΟΟΣΑ
Ο Οργανισμός δεν περιορίζεται στην καταγραφή των προβλημάτων, αλλά προτείνει ένα ευρύ πακέτο παρεμβάσεων, το οποίο ξεκινά από την εκπαίδευση και την αγορά εργασίας και φτάνει έως τη φορολογία, την κοινωνική προστασία, τη στήριξη της οικογένειας και –κυρίως– τη στέγη.
Ο ΟΟΣΑ προτείνει τη φορολογική και ασφαλιστική ελάφρυνση της εργασίας, με έμφαση κυρίως στα μεσαία και υψηλά εισοδήματα, ενώ για το στεγαστικό ζήτημα σημειώνει με έμφαση ότι ένας νέος Έλληνας ηλικίας 18-29 ετών δαπανά πάνω από το 60% του εισοδήματός του για στέγαση, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Ο Οργανισμός επιμένει στην εφαρμογή των θεσμικών μεταρρυθμίσεων και κυβερνητικών παρεμβάσεων που αφορούν τη στέγαση, ενώ παράλληλα τονίζει ότι πρέπει να αναζητηθούν και συμπληρωματικά μέτρα. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, «θα χρειαστεί συνεχής παρακολούθηση και αξιολόγηση προκειμένου να μπορεί να εξαχθούν συμπεράσματα για τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων, τη βελτίωση του σχεδιασμού πολιτικής όπου είναι απαραίτητο και τη διασφάλιση ότι οι παρεμβάσεις φτάνουν στους νέους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη».

