Υπάρχουν στιγμές που μια φράση αρκεί για να αποκαλύψει πολλά περισσότερα από όσα ίσως αντιλαμβανόμαστε αρχικά. Στην περίπτωση της Nicki Minaj και του Donald Trump, το σχόλιο του Αμερικανού προέδρου για τα οπίσθια της διάσημης rapper δεν ήταν απλώς μια ακόμη αμήχανη στιγμή μπροστά στις κάμερες. Ήταν μια υπενθύμιση του πόσο εύκολα το γυναικείο σώμα εξακολουθεί να γίνεται αντικείμενο δημόσιου σχολιασμού, ακόμη και σε έναν χώρο όπου θα περίμενε κανείς να κυριαρχούν οι πολιτικές θέσεις και τα επιχειρήματα.
Κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης στο Port Huron του Michigan, ο Trump αναφέρθηκε στα οπίσθια της Minaj, χρησιμοποιώντας μια χυδαία έκφραση για να τα χαρακτηρίσει, ενώ την προέτρεψε να σηκωθεί και να τα δείξει στο κοινό. Η σκηνή, όπως περιγράφεται στο δημοσίευμα της Daily Mail, προστέθηκε σε μια δημόσια εμφάνιση στην οποία η τραγουδίστρια εξέφρασε με ιδιαίτερα θερμά λόγια τη στήριξή της στον πρόεδρο.
Και κάπου εδώ γεννιέται το ερώτημα: πότε ένα σχόλιο για το σώμα μιας γυναίκας παύει να είναι ένα δήθεν αστείο και γίνεται μια ακόμη εκδήλωση σεξισμού;
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Όταν το γυναικείο σώμα γίνεται μέρος του πολιτικού θεάματος
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Μια γυναίκα μπορεί να επιλέγει να προβάλλει τη θηλυκότητά της, να ντύνεται όπως επιθυμεί, να εκφράζεται μέσα από τη σεξουαλικότητά της και να αισθάνεται απόλυτα άνετα με το σώμα της. Τίποτα από αυτά δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να τη μετατρέπει σε αντικείμενο δημόσιου σχολιασμού, ιδίως όταν η ίδια δεν έχει επιλέξει να συμμετάσχει σε αυτή τη συζήτηση.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι ο Trump αναφέρθηκε στην εμφάνιση μιας γυναίκας. Είναι το πλαίσιο, ο τρόπος και η εξουσία που συνοδεύουν μια τέτοια τοποθέτηση. Όταν ένας πρόεδρος απευθύνεται σε μια καλλιτέχνιδα μπροστά σε ένα κοινό και την προτρέπει να επιδείξει ένα συγκεκριμένο σημείο του σώματός της, η συζήτηση μετατοπίζεται από την πολιτική της παρουσία στην εξωτερική της εμφάνιση. Η Nicki Minaj βρισκόταν εκεί για να εκφράσει την υποστήριξή της στον Trump – άβολο αν με ρωτάτε αλλά είναι η δική της πολιτική τοποθέτηση – και να μιλήσει για τις πολιτικές του. Αντί γι’ αυτό, ένα από τα στιγμιότυπα που ξεχώρισαν από την εμφάνισή της αφορούσε το σώμα της.
Και αυτή ακριβώς είναι η προβληματική διάσταση της υπόθεσης: μια γυναίκα με τεράστια επαγγελματική διαδρομή, επιρροή και δημόσια παρουσία βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας συζήτησης που δεν αφορά τη δουλειά, τις ιδέες ή τις επιλογές της, αλλά την ανατομία της.
Η Nicki Minaj δεν αντέδρασε δημόσια. Και αυτό έχει τη δική του σημασία
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η Nicki Minaj δεν φαίνεται να αντέδρασε δημόσια στο συγκεκριμένο σχόλιο. Αντιθέτως, η συνολική της παρουσία στην εκδήλωση χαρακτηρίστηκε από ένθερμη υποστήριξη προς τον Trump, τον οποίο είχε επαινέσει και νωρίτερα, μιλώντας για τις επιχειρηματικές του ικανότητες και την πολιτική του. Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να υποθέσουμε τι αισθάνθηκε ή γιατί επέλεξε να μην απαντήσει. Δεν γνωρίζουμε αν ενοχλήθηκε, αν αντιμετώπισε τη φράση ως αστείο ή αν απλώς δεν θεώρησε ότι άξιζε να δώσει συνέχεια. Η απουσία δημόσιας αντίδρασης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αποδοχής, ούτε σημαίνει ότι μια γυναίκα συμφωνεί με τον τρόπο που της απευθύνονται.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική διάσταση που αξίζει να συζητήσουμε: όταν μια γυναίκα επιλέγει να σταθεί δίπλα σε έναν ισχυρό άνδρα, οφείλουμε να διαχωρίζουμε την πολιτική της επιλογή από το δικαίωμά της να αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Η Minaj έχει κάθε δικαίωμα να στηρίζει όποιον πολιτικό επιθυμεί. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο δημόσιος λόγος για το σώμα της μπορεί να κριθεί ως σεξιστικός. Αντίστοιχα, η κριτική προς το σχόλιο του Trump δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε επίθεση προς την ίδια την τραγουδίστρια επειδή δεν αντέδρασε με τον τρόπο που κάποιοι θα περίμεναν.
Το ερώτημα δεν είναι γιατί δεν τον έβαλε στη θέση του. Το ερώτημα είναι γιατί εξακολουθούμε να περιμένουμε από τις γυναίκες να διαχειρίζονται με τον “σωστό” τρόπο τον σεξισμό που δέχονται, αντί να εξετάζουμε εξαρχής τη συμπεριφορά εκείνου που τον εκφράζει.
Το διπλό μέτρο και σταθμά που εξακολουθεί να υπάρχει
Στην ίδια συγκέντρωση, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Trump έκανε ανάλογο σχόλιο και για τα οπίσθια του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου για τη Γερουσία του Ohio, Jon Husted, λέγοντας ότι τα κοίταξε και προσθέτοντας πως δεν είχε κάνει ποτέ κάτι αντίστοιχο με άνδρα.
Η αναφορά αυτή περιπλέκει την εικόνα, καθώς δείχνει ότι ο Trump χρησιμοποίησε τον σχολιασμό του σώματος και ως μέρος της δημόσιας αλληλεπίδρασής του με έναν άνδρα. Δεν αναιρεί, ωστόσο, τη σεξιστική διάσταση της αναφοράς προς τη Minaj, ειδικά όταν εκείνη συνοδεύτηκε από την προτροπή να σηκωθεί για να επιδείξει το σώμα της.
Ο σεβασμός δεν εξαρτάται από το φύλο του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί μας. Όμως οι γυναίκες έχουν ιστορικά αντιμετωπιστεί πολύ συχνότερα ως εικόνα προς αξιολόγηση, παρά ως πρόσωπα που δικαιούνται να ορίζουν οι ίδιες το πλαίσιο μέσα στο οποίο προβάλλονται. Στην περίπτωση μιας γυναίκας που έχει χτίσει την καριέρα της πάνω στην εικόνα, στη σκηνική παρουσία και στη συνειδητή αξιοποίηση της σεξουαλικότητάς της, η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη. Το γεγονός ότι η Nicki Minaj χρησιμοποιεί συχνά τη σεξουαλική αισθητική ως μέρος της καλλιτεχνικής της ταυτότητας δεν σημαίνει ότι το σώμα της είναι διαθέσιμο για κάθε είδους σχόλιο, σε κάθε περίσταση.
Η αυτοδιάθεση δεν είναι πρόσκληση για απεριόριστη πρόσβαση. Και η δημόσια εικόνα μιας γυναίκας δεν ακυρώνει το δικαίωμά της να αντιμετωπίζεται ως ισότιμη συνομιλήτρια.
Δεν είναι απαραίτητο να αντιδράσει μια γυναίκα για να αναγνωρίσουμε τον σεξισμό
Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη σκέψη που αφήνει πίσω του το συγκεκριμένο περιστατικό. Συχνά, όταν μια γυναίκα δεν απαντά σε ένα προσβλητικό σχόλιο, η συζήτηση στρέφεται αμέσως στη δική της στάση: Γιατί δεν αντέδρασε; Γιατί δεν απάντησε; Γιατί το επέτρεψε;
Με αυτόν τον τρόπο, όμως, η ευθύνη μεταφέρεται από εκείνον που έκανε το σχόλιο σε εκείνη που το δέχτηκε. Η γυναίκα καλείται να αποδείξει ότι έχει αυτοσεβασμό μέσα από μια συγκεκριμένη αντίδραση, λες και ο σεβασμός που δικαιούται εξαρτάται από το αν θα επιλέξει τη σύγκρουση. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικούς λόγους για να αντιδράσει, να σιωπήσει ή να συνεχίσει μια συζήτηση σαν να μη συνέβη τίποτα. Και καμία από αυτές τις επιλογές δεν αλλάζει εκ των υστέρων το περιεχόμενο των λέξεων που ειπώθηκαν.
Η Nicki Minaj μπορεί να συνεχίσει να στηρίζει τον Donald Trump. Μπορεί να μην ενοχλήθηκε από το σχόλιό του. Μπορεί, επίσης, να επέλεξε να μην τοποθετηθεί δημόσια για τους δικούς της λόγους. Δεν έχουμε τρόπο να γνωρίζουμε ποια από αυτές τις εκδοχές ισχύει. Αυτό που μπορούμε να κρίνουμε είναι το ίδιο το περιστατικό και το μήνυμα που εκπέμπει. Γιατί, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να υπαγορεύουμε στις γυναίκες πώς θα υπερασπίζονται τον εαυτό τους, αλλά να δημιουργήσουμε μια δημόσια κουλτούρα στην οποία δεν θα χρειάζεται να το κάνουν κάθε φορά που κάποιος θεωρεί το σώμα τους κατάλληλο θέμα για ένα αστείο.
Και αυτό αφορά όλες τις γυναίκες, ανεξάρτητα από το πόσο διάσημες είναι, τι φορούν, πώς επιλέγουν να προβάλλονται ή ποιον αποφασίζουν να στηρίξουν.

